Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Businessweek: Οι Έλληνες προτιμούν τη φτώχεια από τη δουλειά.

Ακόμα και με τον δείκτη της ανεργίας στο 27,2%, οι περισσότεροι έλληνες αρνούνται να ασχοληθούν με δουλειές στα χωράφια και συναφείς δραστηριότητες, γράφει το Businessweek σε άρθρο με τίτλο: ''Καλύτερα φτωχοί, παρά... αγρότες''.
 
''Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, τα χωράφια γύρω από το χωριό της Νέας Μανωλάδας στην Πελοπόννησο έμοιαζαν με θορυβώδη κυψέλη σε πλήρη δραστηριότητα, με τους χιλιάδες μετανάστες να μαζεύουν σε πυρετώδεις ρυθμούς τις φράουλες που εξάγονται από τη Νότια Ελλάδα προς ολόκληρη την Ευρώπη. Σήμερα, όμως, στα χωράφια της ευρύτερης περιοχής επικρατεί μια εικόνα ερήμωσης.
Στις 17 Απριλίου τρεις Έλληνες επιστάτες σε ένα χωράφι καλλιέργειας φράουλας άνοιξαν πυρ με καραμπίνες εναντίον πλήθους μεταναστών, με καταγωγή κυρίως από το Μπανγκλαντές, που εργάζονταν στη συγκομιδή του προϊόντος και είχαν μαζευτεί για να διαμαρτυρηθούν για τους αρκετούς μήνες που παρέμεναν απλήρωτοι. Περισσότεροι από 30 μετανάστες τραυματίστηκαν και οι επιστάτες, μαζί με το αφεντικό τους, συνελήφθησαν.

Ως αποτέλεσμα της μεγάλης δημοσιότητας που προσέλαβε το περιστατικό, πολλές από τις ξένες εταιρείες που εισάγουν τις φράουλες από τη Νέα Μανωλάδα ακύρωσαν τις παραγγελίες τους, ενώ οι μετανάστες εργάτες παραμένουν μακριά από την περιοχή, κυρίως από τον φόβο της σύλληψης, επειδή δεν διαθέτουν άδειες παραμονής.

Τη θέση των μεταναστών αυτών, που έχουν εγκαταλείψει πλέον τα χωράφια, είναι μάλλον απίθανο να αναλάβουν οι Έλληνες άνεργοι που υπάρχουν αυτήν τη στιγμή στη χώρα.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε βαθιά ύφεση από το 2008 και τα πιο πρόσφατα δεδομένα δείχνουν την ανεργία τον Ιανουάριο να έχει αγγίξει το 27,2%, οι Έλληνες θεωρούν αυτό το είδος ταπεινής και χαμηλά αμειβόμενης εργασίας ως μη κατάλληλο για αυτούς.

«Εμείς δεν κάνουμε αυτού του τύπου τις δουλειές», λέει ο Πλάτων Τήνιος, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά, που ειδικεύεται στα οικονομικά της εργασίας.

«Έχουμε εγκαταλείψει αυτό το είδος δουλειάς εδώ και πολύ καιρό».

Υπάρχουν πάνω από 500.000 μετανάστες που ζουν νόμιμα στην Ελλάδα, αλλά εκτιμάται ότι υπάρχουν τουλάχιστον άλλοι τόσοι που βρίσκονται εδώ χωρίς χαρτιά.

Ενώ η παράνομη μετανάστευση είναι ένα θέμα που απασχολεί τη χώρα εδώ και χρόνια, πλέον έχει γίνει το καυτό θέμα των ημερών, λόγω του ότι σήμερα υπάρχουν 1,3 εκατομμύρια Έλληνες που δεν έχουν δουλειές.

Παρ΄ όλα αυτά, παρά τους ισχυρισμούς ορισμένων πολιτικών -ιδίως εκείνων που προέρχονται από την άκρα Δεξιά- ότι οι μετανάστες κλέβουν τις δουλειές των Ελλήνων, οι τελευταίοι είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι σε γεωργικές εργασίες και άλλες δουλειές έντασης εργασίας.

Οι εργάτες φράουλας, για παράδειγμα, πληρώνονται μεροκάματο 20 με 25 ευρώ για
εργασία περίπου 10 ωρών.

Οι περισσότεροι από αυτούς ζουν σε παράγκες φτιαγμένες πρόχειρα από ξύλινες τάβλες και πλαστικά καλύμματα και δεν έχουν πρόσβαση σε τουαλέτες.

Αντικείμενο εκμετάλλευσης
Η κυρία Λία Λιάπα ψάχνει για μια δουλειά από τον Ιανουάριο, όταν το κατάστημα λιανικής οικιακών συσκευών στην Αθήνα, στο οποίο εργαζόταν για περισσότερο από τρία χρόνια, έβαλε απροειδοποίητα «λουκέτο».

Παρά το γεγονός ότι η 33χρονη έχει δικαίωμα να λάβει επίδομα ανεργίας ύψους μόλις 359 ευρώ τον μήνα, δεν θα σκεφτόταν να εργαστεί σε μονάδα παραγωγής φράουλας. «θα δεχόμουν να κάνω οποιαδήποτε δουλειά, ακόμα και μερικής απασχόλησης», λέει. «Αλλά όχι μία όπου θα γινόμουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, όπως οι μετανάστες εργαζόμενοι. Οι Έλληνες δεν θα ήθελαν και δεν θα μπορούσαν να δουλέψουν σε τέτοιες συνθήκες».

Περίπου οι μισοί από τους 10,8 εκατομμύρια Έλληνες πολίτες ζουν σήμερα σε αστικά κέντρα και λίγοι από αυτούς επιθυμούν να ανταλλάξουν τη ζωή στην πόλη με τη ζωή στην επαρχία. «Είναι σπάνιο για τους Έλληνες να μετακινούνται για αναζήτηση εργασίας», λέει ο κ. Τήνιος.

Η κυρία Λιάπα, από την πλευρά της, λέει πως, ενώ η ίδια δεν έχει πρόβλημα να αφήσει την Αθήνα, ο αρραβωνιαστικός της δεν μπορεί να εγκαταλείψει τη δουλειά του ως αστυνομικός: «Θα σκεφτόμουν να μετακομίσω στην επαρχία, αλλά είναι δύσκολο για εμάς να φύγουμε, από τη στιγμή που ο σύντροφός μου έχει σταθερή δουλειά».


Πηγή εφημερίδα "Κεφάλαιο" 

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟNewsIt.gr






Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Συσκευή μετατρέπει οποιοδήποτε παράθυρο σε πρίζα !!!

Λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια.
Μία νέα εφεύρεση υπόσχεται να μετατρέψει το παράθυρο σε... πρίζα, η οποία φορτίζει τις συσκευές με ενέργεια από τον ήλιο. Το Window Socket μπορεί να χρησιμοποιηθεί οπουδήποτε – στο σπίτι, στο γραφείο ή ακόμη και στο αυτοκίνητο – αρκεί να είναι εκτεθειμένο στο ηλιακό φως.
Το concept παρουσίασαν οι σχεδιαστές Κιούχο Σονγκ και Μπόα Ο από τη Νότια Κορέα. Το Window Socket μοιάζει εξωτερικά με μία στρογγυλή υποδοχή πρίζας, στη βάση της οποίας υπάρχουν μίνι ηλιακοί συλλέκτες και μια μεγάλη βεντούζα που διασφαλίζει την αποτελεσματική προσκόλησή της σε οποιαδήποτε διαφανή επιφάνεια. Τα πάνελ απορροφούν ηλιακή ενέργεια, η οποία μετατρέπεται σε ηλεκτρική χάρη σε έναν ενσωματωμένο μετατροπέα.
Μόλις φορτιστεί πλήρως, σε διάστημα πέντε έως οκτώ ωρών, μπορεί να αφαιρεθεί από το παράθυρο και να μεταφερθεί οπουδήποτε, τροφοδοτώντας μια συσκευή ακόμη και εν κινήσει. Η υποδοχή σχεδιάστηκε για μπαταρία 1000mAh, κατάλληλη για τη φόρτιση κινητού τηλεφώνου. Από τη στιγμή που γεμίζει πλήρως, παραμένει φορτισμένη για περίπου 10 ώρες, όπως υποστηρίζουν οι εμπνευστές της.
«Αυτό το προϊόν σχεδιάστηκε για να σας επιτρέπει να χρησιμοποιείτε ηλεκτρική ενέργεια ελεύθερα και άνετα σε χώρους, όπου η κατανάλωση ηλεκτρισμού είναι περιορισμένη, για παράδειγμα σε ένα αεροσκάφος, σε ένα αυτοκίνητο ή σε εξωτερικούς χώρους», αναφέρουν οι δύο σχεδιαστές. «Προσπαθήσαμε να σχεδιάσουμε μια φορητή υποδοχή, ώστε ο κόσμος να την χρησιμοποιεί ενστικτωδώς και χωρίς ιδιαίτερη εκπαίδευση.»

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ :   naftemporiki.gr 

ΣΧΟΛΙΟ: 
Να προσέξουμε το "μ" !!! "πρίζα" κι όχι "μπρίζα"! 
Φαντάσου να μπορούσε να μετατραπεί σε "μπρίζα" !!!

Ferrari, Mercedes, Bentley και Aston Martin για την αστυνομία του Ντουμπάι !!!

Τα υπερπολυτελή οχήματα θα περιπολούν τις τουριστικές ζώνες.

Αστραφτερό «παρών» δίνουν τα πανάκριβα καινούργια περιπολικά του Ντουμπάι στο πλαίσιο της διπλής έκθεσης Arabian Travel Market και Dubai Airport Show στο εμιράτο.
Η αστυνομία του Ντουμπάι διαθέτει πλέον στο στόλο της ταχύτατα και πολυτελή οχήματα όπως Ferrari FF, Mercedes-Benz SLS (φωτογραφία), Bentley Continental GT και Aston Martin One-77.

Τα υπερπολυτελή οχήματα θα περιπολούν τις τουριστικές ζώνες, λειτουργώντας ως σήμα κατατεθέν της λάμψης και της ανάκαμψης.


ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ :  ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Φωνητική πλοήγηση από το Google Maps και στην Ελλάδα.

Η νέα λειτουργία διατίθεται από σήμερα για κινητά με λειτουργικό Android και iOS. 
Ανακοινώθηκε σήμερα η αναβάθμιση της εφαρμογής Google Maps για τους Έλληνες κατόχους κινητών με λειτουργικό Android και iOS, μέσα από την οποία εγκαινιάζεται και στη χώρα μας η Πλοήγηση στους Χάρτες Google.
Η Πλοήγηση στους Χάρτες Google (Beta) υποστηρίζεται από smartphone που «τρέχουν» Android 2.2 (ή παραπάνω) και iOS 5.1 (ή παραπάνω). Πρόκειται για ένα διαδικτυακό σύστημα πλοήγησης ή αλλιώς σύστημα ‘satnav’ που παρέχει φωνητικές οδηγίες καθοδήγησης, βήμα προς βήμα. Έτσι, ο χρήστης δεν χρειάζεται πλέον να κοιτάζει την οθόνη του τηλεφώνου για να ακολουθήσει τη διαδρομή, αλλά απλώς να ακούει τις οδηγίες.
Απαραίτητη προϋπόθεση είναι το smartphone να συνδέεται στο ίντερνετ, ώστε η συσκευή να έχει πρόσβαση στους χάρτες και τις οδηγίες καθοδήγησης. Το εργαλείο ενημερώνεται τακτικά με τα πιο πρόσφατα δεδομένα από τους Χάρτες Google, το οποίο σημαίνει ότι οι χρήστες δεν χρειάζεται να αγοράζουν ανανεωμένους χάρτες ή να ενημερώνουν τις συσκευές τους.
Η Πλοήγηση στους Χάρτες Google χτίστηκε από το μηδέν ως ένα διαδικτυακό σύστημα GPS, που επιτρέπει στους χρήστες να αναζητούν τις τοποθεσίες που τους ενδιαφέρουν. Εκτός από την αναζήτηση διευθύνσεων, η Πλοήγηση στους Χάρτες Google επιτρέπει στους χρήστες να ψάξουν και για διευθύνσεις επιχειρήσεων, χρησιμοποιώντας απλά το όνομα μιας επιχείρησης. Η εφαρμογή Πλοήγηση (Beta) υιοθετεί πληθώρα χαρακτηριστικών, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης ορόσημων κατά μήκος της διαδρομής, όπως πρατήρια βενζίνης, εστιατόρια και χώρους στάθμευσης.
Πέρα από τη φωνητική καθοδήγηση, βήμα προς βήμα, η Πλοήγηση στους Χάρτες Google (Beta) έχει πολλά πλεονεκτήματα, όπως:
Ευκολία στη χρήση: Η Google βρίσκει τον προορισμό σας: Απλά πληκτρολογήστε τον προορισμό σας και η Πλοήγηση στους Χάρτες Google (Beta) το βρίσκει, ακριβώς όπως όταν κάνετε αναζήτηση στους Χάρτες Google. Δεν χρειάζεται να γνωρίζετε τη διεύθυνση. Τα ορθογραφικά λάθη διορθώνονται, και διφορούμενες ερωτήσεις εμφανίζουν πολλαπλά αποτελέσματα, ώστε ο χρήστης να μπορεί να επιλέξει το σωστό.
Είναι πάντα ανανεωμένη: Δεν χρειάζονται συνεχείς ανανεώσεις – έχετε πάντα πρόσβαση στους πιο πρόσφατους χάρτες και επιχειρήσεις. Όντας συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο έχετε πάντα πρόσβαση στα πιο πρόσφατα δεδομένα των Χαρτών Google. Δεν θα χρειαστεί ποτέ να αγοράσετε αναβαθμισμένους χάρτες ή να ενημερώσετε τη συσκευή σας.
Είναι δωρεάν με το smartphone σας: Όπως και οι Χάρτες Google, έτσι και η εφαρμογή Πλοήγηση (Beta) είναι δωρεάν. (Σημείωση: Οι χρεώσεις του πακέτου δεδομένων για σύνδεση στο διαδίκτυο εξακολουθούν να ισχύουν).
Η Πλοήγηση στους Χάρτες Google (Beta) για κινητά έρχεται μετά από μια σειρά προϊόντων της Google που έχουν διατεθεί στη χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της υπηρεσίας Transit.
Για να την αποκτήσετε, αναζητήστε και κατεβάστε την πιο πρόσφατη έκδοση των Χαρτών Google στο Google Play ή το Apple App Store.

Το άρθρο είναι από:   Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

OpenSignal για iPhone, δωρεάν WiFi, τεστ ταχύτητας, χάρτης κάλυψης δικτύου.

Ίσως το καλύτερο app για δικτυάδες και geeks για iPhone και Android

Βρες free WiFi, διάλεξε κάρτα SIM ανάλογα το σήμα, μέτρησε την ταχύτητα του δικτύου 3G/LTE.

Το OpenSignal για iPhone είναι ένα από τα πιο χρήσιμα apps για το geek που κρύβεται μέσα σας. Network speed test, δωρεάν WiFi, χάρτες κάλυψης δικτύου κινητής τηλεφωνία και άλλα πολλά καθιστούν το OpenSignal απαραίτητο για το iPhone. 

 Το OpenSignal είναι δωρεάν και λύνει τα χέρια σε όσους θέλουν να μάθουν γιατί δεν έχουν σήμα ή που βρίσκονται δωρεάν WiFi στην περιοχή τους. Τα βασικά χαρακτηριστικά του OpenSignal app περιλαμβάνουν:

- Χάρτης με την κάλυψη των δικτύων κινητής τηλεφωνίας ανά περιοχή, για να ξέρετε πάντα που υπάρχει σήμα 3G/LTE
- Χάρτης με WiFi hotspots και τα σημεία με δωρεάν πρόσβαση στο internet
- Πυξίδα που δείχνει την κατεύθυνση της κεραίας
- Δυνατότητα εύρεσης της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας με το καλύτερο σήμερα την περιοχή σας
- Στατιστικά από την χρήση δεδομένων (data)
- Τεστ ταχύτητας για το δίκτυο κινητής τηλεφωνία και WiFi

Οι χάρτες και οι πληροφορίες του OpenSignal βασίζονται σε δεδομένα που συλλέγονται με την βοήθεια χρηστών. Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή μπορεί να περιέχει κάποια λάθη αλλά σε γενικές γραμμές λειτουργικά εξαιρετικά. Όπως κάθε σύγχρονο app, το OpenSignal έχει social χαρακτήρα και μπορεί να μοιραστεί δεδομένα σε Twitter και Facebook.
Η εφαρμογή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για όσους ταξιδεύουν εντός και εκτός Ελλάδας. Μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για δωρεάν WiFi κοντά στο ξενοδοχείο αλλά και την κάλυψη του δικτύου κινητής τηλεφωνίας για την σωστή επιλογή καρτοκινητού. Δοκιμάστε το.

Το άρθρο είναι από:  pestaola.gr

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Σι-Λα θα πει Ελλάδα !!!


Οταν οι Κινέζοι άκουσαν τη λέξη Hellas, προσπάθησαν να την αποδώσουν στη γλώσσα τους. Για να τη γράψουν, χρησιμοποίησαν δύο ιδεογράμματα, τα οποία επέλεξαν με βάση την προφορά. Δηλαδή πήραν ένα ιδεόγραμμα που προφέρεται «σι», άλλο ένα που προφέρεται «λα», τα ένωσαν για να φτιάξουν τη λέξη «Σι-Λα» με την οποία προσδιορίζουν την Ελλάδα. Το πρώτο ιδεόγραμμα σημαίνει «ελπίδα» και το δεύτερο αντιστοιχεί στον μήνα Δεκέμβριο του παραδοσιακού κινεζικού ημερολογίου. Και τα δύο όμως μαζί, όταν ενωθούν, σημαίνουν «ο άλλος μεγάλος πολιτισμός». Αυτό για να δείτε με πόσο σεβασμό αντιμετωπίζουν τη χώρα μας. Δεν είναι καθόλου άσχημος αυτός ο συμβολισμός για μια χώρα, όπως λένε, τόσο ταλαιπωρημένη και παράλληλα τόσο πλούσια σε Ιστορία και πολιτισμό, όπως η δική μας. Οι Κινέζοι άλλωστε είναι ίσως ο μοναδικός λαός στον κόσμο που δεν αποκαλεί την Ελλάδα «Greece» ή κάτι παρόμοιο. Περίπου το 1/5 του παγκόσμιου πληθυσμού που ομιλεί κινεζικά αποκαλεί την Ελλάδα «Σι-Λα».

***

Τώρα θα αναρωτιέστε γιατί σας τα λέω όλα αυτά, και μάλιστα πασχαλιάτικα. Διότι μαθαίνω ότι άρχισαν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ουσιαστική οικονομική και εμπορική συνεργασία με την Κίνα την οποία οι κινέζοι επενδυτές αντιμετωπίζουν πλέον ως πύλη εισόδου τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

***

Αλλωστε στην Κίνα σπεύδει στις 15 Μαΐου ο πρωθυπουργός κ. Αντ. Σαμαράς συνοδευόμενος από έλληνες επιχειρηματίες για συνομιλίες με την κινεζική κυβέρνηση που θα έχουν ως κυρίαρχο θέμα τις επενδύσεις. Και όπως με πληροφορούν, οι Κινέζοι δείχνουν ενδιαφέρον για λιμάνια, αεροδρόμια, ενέργεια, ακίνητα, τουρισμό και πολλά άλλα.
ΒΗΜΑτοδότης

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ:  ΤΟ ΒΗΜΑ


ΣΧΟΛΙΟ:    Κίνα: ο άλλος μεγάλος πολιτισμός !!!

Ανοίγει τις πύλες του το μουσείο των Abba !!!

ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ:

Ανοίγει τις πόρτες του στο κοινό ένα νέο μουσείο στη Στοκχόλμη, το οποίο θα είναι αφιερωμένο στο θρυλικό σουηδικό συγκρότημα Abba.

Στο μουσείο, που δημιουργήθηκε με τη στήριξη του πρώην μέλους του συγκροτήματος Μπιορν Ούλβεους, θα εκτίθενται μερικά από τα φανταχτερά κοστούμια τους, μουσικά όργανα και άλλα ενθύμια.
Μάλιστα, οι επισκέπτες θα μπορούν να τραγουδούν τα τραγούδια των Abba μαζί με ολογράμματα των μελών σε κανονικές διαστάσεις. Παρόλα αυτά, ο Ούλβεους διέψευσε τις φήμες για επανένωση του συγκροτήματος για τα εγκαίνια του μουσείου.
«Στο μουσείο θα μπορείτε να μας δείτε μαζί ξανα. Αυτή θα είναι, νομίζω, και η πιο κοντινή επαφή που μπορείτε να έχετε», δήλωσε ο κ.Ούλβεους σε δημοσιογράφους τη Δευτέρα.
Το μουσείο διαθέτει ένα πάτωμα σαν ντισκοτέκ του 1970, έτσι ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να εξασκούν τις χορευτικές τους κινήσεις. Ακόμη θα υπάρχει ένας χώρος όπως θα μπορούν να «κάνουν οντισιόν» για να γίνουν το «πέμπτο» μέλος των Abba, ενώ παράλληλα, οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να καθίσουν και μέσα στο διάσημο ελικόπτερο του εξωφύλλου του δίσκου «Arrival».
Ο Ουλβέους αρχικά είχε επιφυλάξεις σχετικά με την ιδέα της δημιουργίας μουσείου, ενώ βρίσκονται ακόμη εν ζωή τα μέλη, ενώ ένα προηγούμενο σχέδιο για μία μόνιμη έκθεση απέτυχε το 2008.
Παρόλα αυτά το νέο μουσείο τυγχάνει της υποστήριξης όλου του συγκροτήματος.
Μεταξύ άλλων εκθεμάτων στο μουσείο θα υπάρχει ένα δωμάτιο όπου θα μπορεί να δει κανείς πώς έγιαν οι συναντήσειςγια τη δημιουργία του συγκροτήματος τη δεκαετία του '60, καθώς επίσης και μία ανακατασκευή του εξοχικού στο νησί Βίγκσο, όπου συνήθιζαν να γράφουν τα τραγούδια τους.
Ακόμη, το μουσείο διαθέτει ένα Σουηδικό Μουσικό Hall of Fame και μία έκθεση με το χρονικό της διάσημης μπάντας.
Οι Abba (Benny Andersson, Frida Lyngstad, Agnetha Fältskog and Björn Ulvaeus) σχηματίστηκαν το 1972 και την πρώτη τους επιτυχία είχαν το 1974, όταν κέρδισαν την πρωτιά στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision με το τραγούδι «Waterloo».
Οι Abba έχουν πουλήσει σχεδόν 400 εκατομμύρια δίσκους σε όλο τον κόσμο, ενώ το μιούζικαλ Mamma Mia! στην οποία ακούγονται τα τραγούδια τους είναι ίσως η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στο είδος.
Μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, που ακούγονται ακόμη και σήμερα, ήταν τα SOS, Mamma mia, Fernando, Dancing Queen, The winner takes it all, Gimme Gimme, Money Money Money, Voulez vous και άλλα. Έπαψαν τις δραστηριότητές τους το 1982, χωρίς ποτέ να ανακοινώσουν επίσημα την διάλυση του συγκροτήματος.


 ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ :   ΕΘΝΟΣ.gr

 

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ὁ Ἀλιβάνιστος

Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπὶ τινὰ ὥραν, ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα, ἡ θειὰ Μολώτα, κ᾿ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας, κ᾿ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας, τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ Δασκαλειό. Αἱ τελευταίαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόμη τὰς δυὸ ράχεις, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Κάτω, εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν, βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Κορμοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχημάτιζον ἀνήλια συμπλέγματα, ὅπου μεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισμοὶ ἐρώτων. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνομίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωμένον, ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι᾿ αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων μαλακῶν, πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωμάλου ἐδάφους. Ἡ ψυχὴ κ᾿ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Δασκαλειοῦ.
Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γοῦρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας, καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμιγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων. Ἡ θεία Μολώτα, ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν, ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγμὸν ἀναψυχῆς, ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. Αἱ δυὸ ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν, παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου, τὶς στάμνες καὶ τὰ κανάτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μαζύ των, διὰ νὰ τὰ γεμίσουν. Εἶτα, ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν, ἐκάθισαν ἡ μία παραπλεύρως τῆς γραίας, ἡ ἄλλη κατέναντι, κι᾿ ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν.

- Πῶς ἀλγεῖ ῾παπᾶς; εἶπεν ἡ Θεία Μολώτα.
Ἡ γραῖα ἦτο ἰδιόρρυθμος εἰς τὴν γλῶσσαν της. Ἐτραύλιζε καὶ ἀπέκοπτεν ὄχι μόνον συλλαβάς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄρθρα καὶ ἄλλα μόρια.
- Νύχτωσε, θὰ ῾πῶ! προσέθηκεν ἡ Φωλιώ.
- Τά, τί λογᾶτε; ἐπέφερεν ἡ Ἀφέντρα.
Εὑρίσκοντο κ᾿ αἱ τρεῖς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννη, στὸν Ἀσέληνο. Ἦτον ἔρημον παλαιὸν μοναστηράκι. Εἶχε γνωσθῆ ὅτι ὁ παπα-Γαρόφαλος ὁ Σωσμένος, εἷς ἐκ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως, θὰ ἤρχετο εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, στὸν Ἀσέληνον, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τοὺς αἰγοβοσκοὺς τῶν ἀγρίων ἐκείνων μερῶν. Αἱ τρεῖς αὐταί, καὶ τινὰ ἄλλα πρόσωπα ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀγαπῶντα τὴν ἐξοχήν, εἶχον ἔλθη, χάριν τοῦ Πάσχα, πρὶν νὰ ξεκινήσῃ ὁ παπάς. Ἀλλ᾿ ὅμως ἐνύκτωνεν ἤδη, καὶ ὁ παπα-Γαρόφαλος δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη.
- Εἶνε ἀργοστόλιστος, θὰ ῾πω, ἐπέφερεν ἡ Φωλιῶ ἡ Πέρδικα.
- Ναί, εἶδες πῶς ἀργεῖ νὰ ῾ντυθῇ; ὑπέλαβεν ἑρμηνεύουσα κατὰ γράμμα τὸν λόγον ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας. Καὶ καμμιὰ φορὰ βάζει καὶ στραβὰ τὴν «ἀλλαή» του.
Ὠνόμαζεν οὕτω τὸ φελόνιον. Αἱ τρεῖς γυναῖκες εἶχον ἔλθη ἀπὸ τὸν Ἅϊ-Γιάννην, ἀπέχοντα ὡς τετάρτου τῆς ὥρας δρόμον, διὰ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ στὸ Δασκαλειό, ἐπειδὴ ἡ μικρὰ βρύσις τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, κάτω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, εἶχε χαλάσει, καὶ σχεδὸν εἶχε χαθῆ τὸ νερόν. Ἔμελλον δὲ νὰ ἐπιστρέψουν ἀμέσως εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην. Ἀλλά, μὲ τὴν ὁμιλίαν, ἀργοποροῦσαν.
Τέλος, αἱ δυὸ ἐσηκώθησαν, ἔκυψαν διὰ νὰ φορτωθοῦν τ᾿ ἀγγεῖα, καὶ ἦσαν ἕτοιμαι πρὸς ἀναχώρησιν.
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ζωηρὰ φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κάτω μέρος, ἀνάμεσ᾿ ἀπὸ τὰ δένδρα.
- Σ᾿ ἔσκιαξα, θεία Μολώτα! εἶπεν ἡ φωνή.
Εἶτα καγχασμὸς ἤχησε, κ᾿ εὐθὺς ἐπαρουσιάσθη εἷς νέος ὑψηλός, ἀμύστακος, ὡς δεκαὲξ ἐτῶν, κρατῶν κάτω τοῦ στέρνου του κάτι ὡς διπλωμένον καὶ τυλιγμένον πρᾶγμα.
- Ἄ! κακὸ νὰ μὴν ἔχῃς! ἔκραξεν ἡ Φωλιῶ. Ἐσὺ ῾σαι, ἀρὲ Σταμάτη;
Δὲν εἶχε νυκτώσει ἀκόμη καλά, κ᾿ αἱ γυναῖκες εἶδαν τὰ χαρακτηριστικά του, ἀφοῦ πρώτον εἶχαν γνωρίσει τὴν φωνήν του. Ἦτον ὁ Σταμάτης τὸ Τρυγονάκι, μάγκας ὀρφανὸς παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, ὅστις ἔζη ἐκτελὼν θελήματα ἀνὰ τὴν πόλιν. Ὅταν ὅμως ἦτο πουθενὰ ἐξοχικὸν πανηγύρι, ἄφηνεν ὅλες τὶς δουλειές του, κ᾿ ἔτρεχε πρῶτος μεταξὺ ὅλων τῶν πανηγυριστῶν.
- Νά, ἀπ᾿ τὸν Ἀσέληνο ἔρχομαι, εἶπεν ὁ νέος... φορτωμένος πράμματα, θάμματα... κυττάξετε!
Ἔθεσε τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐντὸς τοῦ τυλιγμένου πανίου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔλαβεν ἕνα μαῦρον πρᾶγμα, καί, θέλων νὰ παίξη, τὸ ἔρριψεν εἰς τὴν ποδιὰν τῆς Μολώτας, ἥτις ἐκάθητο ἀκόμη ἐπὶ τῆς πέτρας.
- Ἅ! φωτιὰ ποὺ σ᾿ ἔ!... ἔκαμεν αὕτη, ἀναπηδήσασα ὀρθή, καὶ τινάζουσα τὴν ποδιάν της.
Τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε ρίψει ὁ Σταμάτης, ἦτο τεράστιος ζωντανὸς κάβουρας. Ὁ νέος εἶχε κατέλθη πρὸ δυὸ ὡρῶν εἰς τὸν Μικρὸν Ἀσέληνον. Οὕτως ὠνομάζετο ὁ δυτικὸς αἰγιαλός, μικρὰ ἀγκάλη, ἀντικρύζουσα τὸ Πήλιον. Ἐκεῖ εἶχε γεμίσει τὸ προσόψιον, τὸ ὁποῖον εἶχε περιζωσμένον εἰς τὴν μέσην του, ἀπὸ κοχύλια, πεταλίδες καὶ καβούρια.
- Ἀρέ, ζουρλάθηκες; εἶπεν αὐστηρῶς ἡ Ἀφέντρα. Νὰ κάμῃς τὴν οἰκοκυρὰ νὰ κόψῃ τὸ αἷμα της!
Ὁ Σταμάτης καὶ πάλιν ἐκάγχασε.
- Νὰ μὲ συμπαθᾷς, θεία Μολώτα, εἶπε. Σὰ χωριάτης ποὖμαι, ἔσφαλα. Θέλησα νὰ σοῦ χαρίσω αὐτὸ τὸ καβούρι, γιὰ νὰ κάμῃς μεζὲ ἀπόψε, καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ σοῦ τὤρριξα στὴν ποδιά σου, σ᾿ ἐτρόμαξα.
- Δὲν τλώου καβούλγια, εἶπεν ἡ Μολώτα. Θὰ μεταλάβου!
- Ἀλήθεια; Τότε, τὸ χαρίζω τῆς Πέρδικας.
- Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θὰ φάω; εἶπεν ἡ Φωλιώ.
- Τότε, ἂς τὸ παρ᾿ ἡ Σταματρίζενα, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
- Νὰ καβουρώσῃς καὶ κάβουρας νὰ γένῃς! ἀπήντησεν ἡ Ἀφέντρα.
- Μωρέ, εὐχὴ ποὺ μοῦ δίνεις! εἶπεν ὁ Σταμάτης. Ἀκοῦς! νὰ ἤμουν κάβουρας! Πῶς θὰ περπατοῦσα τάχα;
- Καὶ ἅμα εἶπεν, ἔκυψε καὶ ἄρχισε νὰ κάμνῃ λοξὰ πατήματα, μεταξὺ τῶν τριῶν γυναικῶν. Μὲ τὴν κεφαλήν του ἐκτύπησε τὸ πλευρὸν τῆς Μολώτας, μὲ τὴν πλάτην του ἔπληξε τὸν ἀγκῶνα τῆς Φωλιῶς, καὶ μὲ τὴν πτέρναν του ἐπάτησε τὴν γόβα τῆς Ἀφέντρας.
Αἱ τρεῖς γυναῖκες, μισοθυμωμέναι, ἐγέλασαν.
- Ζουρλάθηκες, βλέπω: δὲν εἶσαι καλά! εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ σηκώσασα μὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ κανάτι της, ἐκολάφισεν ἐλαφρὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ Σταμάτη, ὅστις ἐφάνη νὰ ἐγοητεύθῃ.
- Ὢ! τί δροσιά, μωρὲ Σταματρίζενα! εἶπε. Δῶσε μου ἄλλη μιά!
- Πᾶμε! νυχτώσαμε, ἔκαμεν εἰς ἀπάντησιν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ πάραυτα ἐξεκίνησαν. Τότε ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἔδραξε, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, τὴν μεγάλην στάμναν, τὴν ὁποία ἄλλως θὰ ἐφορτώνετο ἡ Ἀφέντρα, ἐφιλοτιμήθη νὰ τρέξῃ πρῶτος, ὡς ἐμπροσθοφυλακή. Εἰς τὸν δρόμον ἄρχισε νὰ διηγῆται.
- Νὰ ξέρατε ποιὸν ηὕρα, τώρα, στὸ δρόμο π᾿ ἀνέβαινα... πρὶν σᾶς ἐνταμώσω στὴ βρύσι.
- Ποιὸν ηὖρες, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα. Τὸν Μπαμπάο, ἢ τὸν Ἀράπη, ἢ τὸν Ἐξαποδῶ;
- Ηὗρα τὸν Ἀλιβάνιστο!
- Ἀλήθεια; γιὰ ῾πές μας.
Ἅμα ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦτο ἡ θεία Μολώτα, ἔκαμεν ἀκούσιον κίνημα, καὶ μὲ δυὸ βήματα ἤλλαξε θέσιν εἰς τὸν δρόμον, κ᾿ ἐτάχθη ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Σταμάτη, διὰ ν᾿ ἀκούῃ καλλίτερα, ἐπειδὴ ἦτο κωφὴ ἀπὸ τὸ ἓν οὖς. Ὁ νέος διηγήθη ὅτι εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βουνοῦ, ὄχι μακρὰν τῆς ἀκτῆς, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν κατοικίαν τοῦ ἀλλοκότου ἐκείνου ἀνθρώπου, ὅστις ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν δὲν εἶχε κατέλθη εἰς τὴν πόλιν, κ᾿ ἐμόναζεν εἰς μίαν καλύβην, ἢ μᾶλλον σπηλιάν, τῆς ὁποίας τὸ στόμιον εἶχε κτίσει μὲ τὰς χεῖρας του. Ἔβοσκεν ὀλίγας αἶγας, καὶ δὲν συνανεστρέφετο κανένα ἄνθρωπον, παρὰ μόνον τὸν Μπαρέκον, τὸν μέγαν αἰγοτρόφον τοῦ βουνοῦ, ὅστις εἶχε κοπάδι ἀπὸ χίλια γίδια. Εἰς αὐτὸν ἔδιδε τὸ ὀλίγον γάλα του, λαμβάνων ὡς ἀντάλλαγμα ὀλίγα παξιμάδια, παστὰ ὀψάρια, καὶ πότε κανὲν τρίχινον φόρεμα ἢ μάλλινον σκέπασμα.
- Ἅμα μὲ εἶδεν, εἶπεν ὁ Σταμάτης, ἔκαμε νὰ κρυφτῇ. Ἐγὼ ἔτρεξα κατόπι του, τὸν ἐχαιρέτισα, καί, γιὰ νὰ τὸν φουρκίσω, ἄρχισα νὰ τὸν λιβανίζω μ᾿ αὐτὴν τὴν πετσέτα, ποὺ κουδούνιζαν μέσα οἱ πεταλίδες... Νά, πῶς τοῦ ἔκαμα!
Καὶ ἀποσπάσας τὴν ποδιάν, τὴν περιέχουσαν τὰ θαλασσινὰ εἴδη, ἀπὸ τὴν μέσην του, ἔκαμε πῶς λιβανίζει μ᾿ αὐτὸ τὴν θειὰ Μολώτα, ἥτις ἀφῆκεν ἄναρθρον κραυγὴν διαμαρτυρίας.
- Ἔλα! θὰ ἡσυχάσης, βρὲ πειρασμέ; ἔκραξεν ὀργίλη ἡ Ἀφέντρα.

*
* *
Εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, ἅμα ἐνύκτωσε, εἶχε φθάσει μὲ ὅλον τὸ ἀσκέρι του, γυναῖκα, παιδιὰ καὶ παραγυιούς του, ὁ μεγαλοβοσκὸς Γιάννης ὁ Μπαρέκος, καθὼς κι ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης, ἄλλος τσομπάνος μὲ τὴν φαμίλια του, κι᾿ ὁ Ἀγγελῆς ὁ Πολύχρονος, μὲ ὅλον τὸ ὄρδινό του. Εἶχαν ἀνάψει μεγάλην φωτιά, κ᾿ ἐκάθισαν εἰς τὸ ὕπαιθρον, παρὰ τὸν βόρειον τοῖχον τοῦ ναΐσκου, καὶ διηγοῦντο παλαιὰ χρονικὰ τοῦ ποιμενικοῦ κόσμου, κ᾿ ἐκύτταζαν τοὺς ἀστερισμοὺς καὶ τὴν Πούλια, πότε θὰ φθάση στὴν μέσην τ᾿ οὐρανοῦ, διὰ νὰ εἶνε μεσάνυχτα, καὶ πότε θὰ φθάση, εἰς ἐν δυτικὸν σημεῖον, διὰ νὰ φέξῃ. Κ᾿ ἐπερίμεναν τὸν παπάν, πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ Ἀνάστασιν. Ἦτον δὲ μεσάνυχτα ἤδη, καὶ ὁ παπὰς δὲν εἶχεν ἔλθη.
- Καθὼς τ᾿ ὁμολογάει ἡ φλάσκα... ἔλεγεν ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος.
- Νὰ τώξερε κανείς, νὰ πήγαινε στὴ χώρα, εἶπεν ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης.
- Ὁ παπα-Γαρόφαλος, ἂν θὰ ῾ρθῆ μὲ τὸ φεγγάρι, παρετήρησεν ὁ Μπαρέκος. Γιὰ κυττάξτε!
Ἔδειχνεν ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, ὅπου αἱ κορυφαὶ τῶν δένδρων εἶχαν ἀρχίσει νὰ καταλάμπωνται ἀπὸ τὸ ἀργυροῦν φέγγος. Ἦτο ἤδη περὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασεν ὁ Σταμάτης. Οὗτος πρὸ ὥρας εἶχε γείνη ἄφαντος, χωρὶς κανεὶς νὰ προσέξη εἰς τοῦτο. Ὁ νέος εἶχεν ἀναβῇ ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ κατοπτεύσῃ καὶ ἀκροασθῇ ἂν θὰ ἠκούετο ἢ θὰ ἐφαίνετο πουθενὰ ὁ παπάς.
Ἅμα ἐπέστρεψεν, ἔνευσεν εἰς τὸν Μπαρέκον καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἐξέλθουν μαζύ του ἀπὸ τὸ περίβολον.
- Τί τρέχει;
- Ἐλᾶτε· κάτι φωνὲς ἀκούω. Βάζω στοίχημα!...
Ὁ Μπαρέκος καὶ ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης τὸν ἠκολούθησαν, καὶ ἀπεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατὰ τὸν ἀνήφορον. Ἐκεῖ ἤκουσαν τῷ ὄντι ἤχους τινὰς νὰ ἀνέρχωνται βαθειὰ ἀπὸ τὸ ρεῦμα κάτω, πρὸς τὸ Δασκαλειὸ καὶ τὸν Ἀσέληνον.
- Τί νὰ εἶνε;
- Βάζω στοίχημα πῶς ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔχασε τὸ δρόμο, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
- Τί θέλει ἀποκεῖ, κατὰ τὸν Ἀσέληνο;
- Γνώρισα τὴ φωνή του, εἶπεν ὁ Σταμάτης. Θὰ ᾖρθε ἀπὸ τὸν ἄλλον δρόμο, ἀπ᾿ τὰ χωράφια, κ᾿ ὕστερα ἔπεσε μέσα στ᾿ ὀρμάνι, κ᾿ ἐχάθηκε.
*
* *
Οἱ δυὸ βοσκοὶ κι᾿ ὁ Σταμάτης, κι᾿ ὁ Πολύχρονος, ὅστις ἔτρεξε κατόπιν των, ἀνῆλθον τὴν ὀφρὺν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀπήντησαν διὰ φωνῶν εἰς τὰς ἠχοῦς τὰς ὁποίας ἤκουον.
- Ἐλᾶτε!... Ἐδῶ εἴμαστε!... ἔκραξε μὲ στεντορείαν φωνὴν ὁ Σταμάτης.
- Μὰ πῶς, δὲν βλέπουν κοτζὰμ φωτιά; εἶπεν ἐν ἀπορίᾳ ὁ Πηλιώτης.
- Θὰ ἔχουν πέση μέσα ῾σε κακοτοπιά, στὸν ἤσκιο τοῦ βουνοῦ. Τὸ φεγγάρι δὲν ψήλωσε ἀκόμα.
- Πάω νὰ φέρω τὸ φανάρι! ἔκραξεν ὁ Σταμάτης.
Κ᾿ ἔτρεξε κάτω, εἰς τὸν περίβολον τοῦ Ἅϊ-Γιαννιοῦ, ὁπόθεν ἐπανῆλθε μετ᾿ ὀλίγον φέρων φανάρι ἀναμμένον. Ὁ Σταμάτης κρατῶν τοῦτο, ἐπροπορεύθη, καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες τὸν ἠκολούθησαν ἐν μέσῳ τοῦ δάσους. Μετ᾿ ὀλίγα λεπτὰ αἱ φωναὶ ἠκούοντο πλησιέστεραι, καὶ τέλος, ἐφάνη ὁ παπάς, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν ἀνεψιόν, τὸν βοηθόν του, σύροντα ἀπὸ τὴν τριχιὰν ἕνα γαϊδουράκι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν φορτωμένα τὰ «ἱερά» τοῦ παπᾶ. Ἀλλὰ τελευταῖα ὅλων ἐφάνη καὶ μία σκιά, ἥτις ἐφαίνετο ἀποφεύγουσα ν᾿ ἀντικρύσῃ τὸ φῶς τοῦ φαναριοῦ.
- Μπά! ἔκαμε γελῶν ὁ Σταμάτης. Καὶ σιγὰ πρὸς τὸν Μπαρέκον ἐψιθύρισεν:
- Ὁ Ἀλιβάνιστος!
- Μεγάλο θάμμα! εἶπεν ὁ Μπαρέκος.
*
* *
- Πῶς ἔκαμες, βλοημένε κ᾿ ἔχασες τὸν δρόμο; ἠρώτησε τὸν παπᾶν ὁ Ἀγγελῆς ὁ Πολύχρονος.
- Μὴ ρωτᾶτε... θέλησα νὰ πάω ἀπ᾿ τὸν ἄλλο δρόμο,... ἀπ᾿ τὰ Ῥόγγια... εἶπεν ἀσθμαίνων ὁ παπάς· ἤθελα νὰ ἰδῶ τὸ χωράφι·... εἶπε νὰ τὸ σπείρῃ, κεῖνος ὁ Ντανάκιας καὶ τ᾿ ἄφησε ἄσπαρτο... κ᾿ ἐγὼ χαμπάρι δὲν εἶχα, τόσους μῆνες τώρα... Ἂς εἶνε καλὰ ὁ ἄνθρωπος... Εἶχα καὶ δυὸ τρεῖς ἁγιασμοὺς νὰ κάμω, κ᾿ ἐνύχτωσα... Καλὰ ποὺ ἔπεσα κοντὰ στὸ καλυβάκι τοῦ μπάρμπα-Κόλια ἐδῶ (δεικνύων τὸν καλούμενον Ἀλιβάνιστον), καὶ μ᾿ ἐβοήθησε νὰ βρῶ τὸ δρόμο! ...Ἂς ἔχῃ τὴν εὐχή!
Ὁ παπα-Γαρόφαλος ἐδείκνυεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλει μπάρμπα-Κόλιαν, ὅστις ὅμως, ὡς ἀληθὴς σκιὰ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλιστρᾷ ὄπισθεν τῶν δένδρων, καὶ ν᾿ ἀπομακρύνεται.
Ὁ Μπαρέκος, τρέξας, τὸν ἔδραξεν ἰσχυρῶς ἀπὸ τὸν βραχίονα.
- Ποῦ πᾶς, μπάρμπα-Κόλια; εἶπε. Τώρα δὲ σ᾿ ἀφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θὰ κάμωμε Ἀνάστασι μαζύ!...
Ὁ Σταμάτης, μὴ δυνάμενος νὰ κρατήσῃ τὰ γέλοια, ἄρχισε νὰ κάμνῃ μὲ τὸ φανάρι τὸ ὁποῖον ἐκράτει, κινήματα ὡς νὰ ἐλιβάνιζε, πρὸς τὸ βάθος εἰς τὸ μέρος ὅπου ἵστατο τὸ σύμπλεγμα τοῦ Μπαρέκου καὶ τοῦ μπάρμπα-Κόλια.
Ὁ γέρων ἐφαίνετο ἀληθὴς λυκάνθρωπος. Ἐφόρει εἶδος ράσου, ἀπροσδιορίστου χρώματος, καὶ μαύρην σκούφιαν, εἶχε μακρὰν κόμην, μαύρην ἀκόμη, καὶ ψαρά, σγουρὰ γένεια. Ἐδυσανασχέτει διότι τὸν ἐκράτει μὲ τὴν ρωμαλέαν χεῖρα του ὁ Μπαρέκος, κ᾿ ἤθελε νὰ φύγῃ.
- Ἄφσε με, νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ!... τί Ἀνάστασι νὰ κάμω ῾γω... τί μὲ θέλετ᾿ ἐμένα... Ἐσεῖς κάμετε Ἀνάστασι. Μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας!... Πάω στὸ καλύβι μου, ῾γώ!
Τότε ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔλαβε τὸν λόγον·
- Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου! Ἔλα! ... Νὰ πάρῃς εὐλογία! ... Νὰ μοσχοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾿ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἐαυτόν σου! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχτροῦ τὸ θέλημα! ... Πάτα τὸν πειρασμό! Ἔλα, Κόλια! Ἔλα, Νικόλαε, ἔλα! Νικόλαε μακάριε! Ὁ ἅγιος Νικόλαος νὰ σὲ φωτίσῃ!
Ὁ μπάρμπα-Κόλιας ἤθελε νὰ ἔλθῃ, ἀλλ᾿ ἐντρέποντο. Ἐπαραξενεύετο πολύ. Θὰ ἐπεθύμει νὰ τὸν ἀπῆγον διὰ τῆς βίας.
Ὁ Μπαρέκος, ὡς νὰ εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰ ἐνδόμυχα τῆς ψυχῆς του, ἔκραξε τοὺς δυὸ ἄλλους βοσκοὺς πλησίον του. Οὗτοι, ἡμιπαίζοντες, ἡμισπουδάζοντες, ἔβαλαν τὰς χεῖρας των εἰς τοὺς βραχίονας καὶ τὰς ὠμοπλάτας τοῦ Κόλια. Ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει τὸν ἀπήγαγον, κάτω νεύοντα, ἐπιθυμοῦντα ν᾿ ἀκολουθήσῃ, καὶ τείνοντα ν᾿ ἀποσκιρτήσῃ.
*
* *
Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, παράδοξον πρᾶγμα συνέβη. Ἡ θεία Μολώτα, καθὼς ἐκάθητο ἔξωθεν τοῦ ναοῦ, ἅμα εἶδε τὸν Κόλιαν, ἐταράχθη νευρικῶς, ἐστράφη βιαίως πρὸς τὸν τοῖχον τοῦ ναοῦ. Ἡ Ἀφέντρα, ἥτις ἦτον στὸ πλάγι της, τὴν εἶδε, καὶ ἐνόησεν ὅτι κάτι συνέβαινε·
- Τί ἔχεις, θεία Μολώτα;
Ἡ γραῖα τῆς ἔνευσε νὰ σιωπήσῃ. Ἐν τοσούτῳ, ἀφοῦ ἡ συνοδία ἐπροχώρησεν εἰς τὸ κέντρον τοῦ περιβόλου, ἡ Μολώτα ἔρριψε πλάγιον βλέμμα πρὸς τὸ σύμπλεγμα τῶν ἀνδρῶν, κ᾿ ἐκατέβασε χαμηλὰ τὴν μαύρην μανδήλαν της, ἔκρυψε τὰ ὀφρύδια, τοὺς κροτάφους, καὶ μὲ τὰ τσουλούφια τῆς κόμης της, καὶ μὲ τὰ κλωνιὰ τῆς μανδήλας, ἐκάλυψε τὸ κατωσάγονον καὶ τὰ μάγουλα.
Ἡ Ἀφέντρα τὴν ἐκύτταζε μὲ ἄπληστον περιέργειαν.
- Τί ἔπαθες, θειὰ Μολώτα; ἠρώτησε καὶ πάλιν.
- Σώπα, σ᾿ λένε! ἐψιθύρισεν ἡ Μολώτα.
Εὐθὺς τότε ὁ παπὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, τὸν ὁποῖον ὁ Σταμάτης, ἀπὸ τὴν ἡμέραν, πρὶν νὰ πάγῃ ἀκόμα διὰ πεταλίδας καὶ καβούρια, εἶχε στολίσει μὲ δάφνας καὶ μυρσίνας, καὶ ὅστις ἤστραπτεν ἀπὸ κοσμιότητα καὶ καθαριότητα.
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν, καὶ μαζὺ μὲ τὸν ἀνεψιόν του ἄρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Κύματι θαλάσσης». Ἡ Ἀφέντρα, ἡ Φωλιώ, κ᾿ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ θυγάτρια τῶν ποιμένων, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾿ ἐκόλλησαν πολλὰ κηρία εἰς τὰ μανουάλια.
Ἡ Μολώτα ἔμενε παραπίσω. Ἤθελε νὰ ἰδῆ ἂν ὁ μπάρμπα-Κόλιας, ὁ Ἀλιβάνιστος, θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναὸν ἢ ὄχι. Ὁ Κόλιας καταρχὰς ἐπέμενε νὰ μένῃ ἔξω, ἐπὶ προφάσει ὅτι θὰ ἐβοήθει τοὺς δυὸ παραγυιοὺς τοῦ Μπαρέκου εἰς τὸ σούβλισμα καὶ ψήσιμον τῶν ἀρνίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἑτοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ὁ Μπαρέκος ὅμως ἐφοβήθη μήπως «τὸ στρίψῃ», καὶ τὸν ἐβίασε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν μαζύ του, λέγων ὅτι «ὁ μουσαφίρης δὲν κάνει ῾πηρεσία».
Τότε ἡ Μολώτα ἔμεινεν ἀπ᾿ ἔξω, μισοκρυμμένη εἰς τὸν παραστάτην τῆς θύρας τοῦ ναοῦ καὶ κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Ὅταν ἐβγήκαν ὅλοι λαμπαδηφοροῦντες εἰς τὸ ὕπαιθρον, διὰ νὰ κάμουν Ἀνάστασιν, αὕτη ἀπελθοῦσα ἐκρύβη εἰς τὴν βορειανατολικὴν γωνίαν, σιμὰ εἰς τὴν θυρίδα τῆς Προσκομιδῆς. Ἐκεῖθεν ἤκουσε κι᾿ αὐτὴ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Ὅταν τὸ πλῆθος εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὸν ναόν, μὲ τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα», τὸ γοργὸν ἐμβατήριον, ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας ἔμεινε παραπίσω καὶ ᾖλθε πλησίον τῆς Μολώτας.
- Γιατί δὲν ἔρχεσαι μέσ᾿ στὴν ἐκκλησιά; τῆς εἶπε. Λεχώνα εἶσαι;
- Σύλε, πιδί μ᾿, ἀκούσης καλὸ λόγο· τῆς εἶπεν ἡ Μολώτα. Ἂφσ᾿ ἐμένα.
- Μὰ τί ἔχεις;
- Τίποτα.
Ἐπέμεινε.
- Θὰ μοῦ πῇς τί ἔχεις;
Ἡ γραῖα ἀνένευσε, καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπ᾿ αὐτῆς. Ἡ Ἀφέντρα ἠναγκάσθη ν᾿ ἀπέλθῃ. Μετ᾿ ὀλίγην ὅμως ὥραν, ὅταν ἄρχισεν ὁ Ἀσπασμός, ἡ Μολώτα ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν τοῦ ναοῦ, κ᾿ ἔνευσεν εἰς τὴν Ἀφέντραν νὰ ἐξέλθῃ. Τὴν ἔφερεν εἰς τὴν ἰδίαν καὶ πρὶν θέσιν, ἀριστερόθεν τοῦ ναοῦ.
- Τώλα, ἐγὼ πῶς θὰ μεταλάβου; τῆς λέγει.
- Γιατί; τί τρέχει;
- Τώλα, δὲ φιλοῦν Βγαγγέλιο κι Ἀνάστασι;
- Ναί.
- Πῶς νὰ πάω ῾γὼ ν᾿ ἀνησπαστῶ;
- Πῶς θὰ πᾶς; Μὲ τὰ ποδάρια σ᾿, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
- Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο;
- Ποιόν;
- Κόλια;
- Τὸν Ἀλιβάνιστο; Ἔ, τί;
Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:
- Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾿ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κι πιαστῆ φωνή μου, μ᾿ ηὖλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾿ ἔ... (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾿ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην) μ᾿ ἐφίλησε...
Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:
- Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καϋμό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾿ ἐκκλησιά... Ἐγὼ ἔχω τὸ κλίμα.
Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.
- Ἔ, καλά, εἶπε· νὰ ποὺ τὸν ηὖρες τώρα, στὴν Ἀνάστασι. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ, καὶ θὰ σ᾿ ἀφήση νὰ μεταλάβῃς.
*
* *
Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράμμα τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀφέντρας. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν, εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν.
Ἀκολούθως, τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ, ἐπλησίασε μαζὺ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἐνῷ ὁ μικρὸς ψάλτης ἐμινύριζε τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε».
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
- Χριστὸς ἀνέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾿ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
- Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος!


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:  Αναβάσεις

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ (1891)

Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.
― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη!
Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.
Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.
Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.
Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!
Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:
― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!
* * *
Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.

Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»
Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.
―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
―Ὄχι, ἡ δική μου.
―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.
―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.
― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;
―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!
― Τέτοια παλιολαμπάδα!
― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…
― Νά κ᾽ ἐσύ!
― Νά κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»


Το άρθρο είναι από:  
 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἱστοχῶρος Ἑταιρείας Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!




Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, 
Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· 
ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, 
καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, 
Χριστὸς ὁ Θεός, 
ἡμᾶς διεβίβασεν, 
ἐπινίκιον ᾄδοντας.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ !!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !!!

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ !!!






ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ !!!

Σταύρωση και Ανάσταση: Πότε συνέβησαν;

O υπολογισμός της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Kυρίου και οι ημερομηνίες εορτασμού του εβραϊκού Πάσχα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνουν τα ιερά κείμενα ο Xριστός σταυρώθηκε όταν ηγεμόνας της Ιουδαίας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος, επί Ρωμαίου αυτοκράτορος Τιβερίου (14-37 μ.X.).
O Ηρώδης, με την επωνυμία Mέγας, βασίλεψε από το 38 ως το 4 π.X. Mετά τον θάνατό του, ο Αύγουστος χώρισε το ιουδαϊκό βασίλειο σε τρία υποβασίλεια, που τα μοίρασε στους τρεις γιους τού Ηρώδη. Το πρώτο, που περιελάμβανε την Ιουδαία, τη Σαμάρεια και την Iδουμαία, δόθηκε στον Αρχέλαο (Mατθ. B΄, 22), ενώ ο Ηρώδης Aντίπας και ο Φίλιππος πήραν αντίστοιχα τη Γαλιλαία και τη βορειοανατολική ζώνη. O Ηρώδης Aντίπας, άλλοτε ως Τετράρχης και άλλοτε ως βασιλιάς της Γαλιλαίας και της Περαίας, βασίλεψε ως το 37 μ.X. Είναι αυτός ο Ηρώδης που διέταξε τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Bαπτιστή, ανέκρινε τον Iησού Xριστό και στη συνέχεια τον έστειλε πίσω στον Πόντιο Πιλάτο.
Γνωρίζουμε ακόμα ότι ο Πόντιος Πιλάτος, ο ανθύπατος του Τιβερίου, ήταν ο πέμπτος επίτροπος από την αρχή της ρωμαϊκής κατοχής στην Ιουδαία και ότι παρέμεινε εκεί κατά τη δεκαετία 26 έως 35 μ.X., γεγονός που επιβεβαιώνεται από μια επιτύμβια πλάκα που βρέθηκε στην Kαισάρεια το 1961.
Aυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπολογίσουμε τις ημερομηνίες που γιορτάστηκε το εβραϊκό Πάσχα γι’ αυτήν ακριβώς τη δεκαετία σύμφωνα με τη χριστιανική χρονολόγηση. O μήνας Nισάν στον οποίον εορτάζεται το εβραϊκό Πάσχα αρχίζει με τη νέα Σελήνη στο σεληνοηλιακό εβραϊκό ημερολόγιο και το Πάσχα γιορταζόταν τη 14η Nισάν, που βέβαια συνέπιπτε με την πανσέληνο αυτού του μήνα. Oι υπολογισμοί μας φαίνονται στον παρακάτω πίνακα I:
Έτος
Ημερομηνία-ημέρα
26 μ.X.
20 Απριλίου, Σάββατο
27 μ.X.
10 Απριλίου, Πέμπτη
28 μ.X.
30 Mαρτίου, Τρίτη
29 μ.X.
17 Απριλίου, Kυριακή
30 μ.X.
8 Απριλίου, Σάββατο
31 μ.X.
27 Mαρτίου, Τρίτη
32 μ.X.
15 Απριλίου, Tρίτη
33 μ.X.
4 Απριλίου, Σάββατο
34 μ.X.
23 Mαρτίου, Τρίτη
35 μ.X.
12 Απριλίου, Τρίτη
Γνωρίζουμε, ακόμα, ότι κατά το έτος της Σταύρωσης του Σωτήρος Xριστού το εβραϊκό Πάσχα έπεσε ημέρα Σάββατο. Όπως, λοιπόν, φαίνεται από τον παραπάνω πίνακα, αυτό συνέβη μόνο στα έτη 26 μ.X., 30 μ.X. και 33 μ.X.
Oι πιθανές ημερομηνίες Σταύρωσης και Ανάστασης του Kυρίου
Mετά τα όσα έχουμε αναφέρει ήδη, εάν δεχτούμε την άποψη κάποιων αστρονόμων και μερίδας των ιστορικών ότι ο Xριστός γεννήθηκε το 7 π.X. και ότι έζησε 33 έτη κατά τα Ευαγγέλια, τότε πιθανώς η Σταύρωσή του έγινε το 26 μ.X.
Εάν, όμως, θεωρήσουμε ότι ο Xριστός γεννήθηκε γύρω στο 4 π.X., τότε πιθανώς η Σταύρωσή του έγινε γύρω στο 30 μ.X. Τέλος, εάν δεχτούμε ότι ο Xριστός βαπτίστηκε σε ηλικία 30 ετών και ήταν τριετής ο δημόσιος βίος του, τότε πιθανώς η Σταύρωση του Xριστού να έγινε το 33 μ.X.
Ένα επιπλέον στοιχείο που έχουμε από τα Ευαγγέλια είναι οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή της Σταύρωσης του Iησού στην Ιερουσαλήμ. Έτσι, ξέρουμε ότι ο Απόστολος Πέτρος βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού τού Αρχιερέα Καϊάφα και ζεσταινόταν στη φωτιά, γεγονός που σημαίνει ότι έκανε κρύο τα βράδια στην Ιερουσαλήμ κατά τον χρόνο της Σταύρωσης του Kυρίου. Ήταν, λοιπόν, μάλλον μια πρώιμη ανοιξιάτικη βραδιά με σχετικό κρύο και υγρασία, που εξαρτάται τόσο από το ύψος της τοποθεσίας της Ιερουσαλήμ (740 μ. πάνω από τη θάλασσα) όσο και από μία πιθανή πτώση της θερμοκρασίας, όχι όμως αρκετά χαμηλή ώστε να μπουν μέσα στο σπίτι για να προφυλαχτούν, αλλά να παραμένουν στην ύπαιθρο γύρω από τη ζεστασιά μιας μικρής φωτιάς.
Σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, η Ανάσταση του Xριστού έγινε την πρώτη ή μία του Σαββάτου, τη μετέπειτα Kυριακή των Χριστιανών.
Τελικά, λοιπόν, τα πιθανά συμπεράσματά μας για τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Kυρίου, μετατρέποντας τις ημερομηνίες του ιουδαϊκού ημερολογίου σε αντίστοιχες ημερομηνίες Γρηγοριανού ημερολογίου, φαίνονται στον παρακάτω Πίνακα ΙΙ.

Έτος
Σταύρωση
Πάσχα Εβραίων-Ανάσταση
26 μ.X.
Παρασκευή
19 Απριλίου
Σάββατο 20 Απρ. – Kυριακή 21 Απριλίου
30 μ.X.
Παρασκευή
7 Απριλίου
Σάββατο 8 Απριλίου – Kυριακή 9 Απριλίου
33 μ.X.
Παρασκευή
3 Απριλίου
Σάββατο 4 Aπριλίου – Kυριακή 5 Απριλίου


Καθηγητής Στράτος Θεοδοσίου 

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Μεγάλη Παρασκευή.

Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας, Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους και αφού ομολόγησε δύο φορές ότι ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο, και αφού μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη όλων, Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Από εκεί και πέρα ο Ιησούς, αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη χλαμύδα, στεφανώνεται με ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο σαν σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Μετά, φορώντας πάλι τα ρούχα του και βαστάζοντας το Σταυρό, πηγαίνει προς το Γολγοθά, τον τόπο της καταδίκης, και εκεί, γύρω στην Τρίτη ώρα της ημέρας, σταυρώνεται μεταξύ δύο ληστών, βλασφημείται από αυτούς που είχαν πάει στο Γολγοθά μαζί του, μυκτηρίζεται από τους αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο με χολή. Γύρω στην ένατη ώρα, αφού βγάζει πρώτα φωνή μεγάλη, και λέει : «Τετέλασται», εκπνέει «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», την ώρα κατά την οποία σφαζόταν, σύμφωνα με το νόμο, ο πασχάλιος αμνός, ο οποίος καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προ-τυπώνοντας τον Εσταυρωμένο Χριστό.
Τον δεσποτικό αυτό θάνατο και η άψυχη κτίση, πενθώντας, τον τρέμει και αλλοιώνεται από το φόβο αλλά ο Δημιουργός της κτίσεως, ακόμα και όταν είναι νεκρός, λογχίζεται την ακήρατη πλευρά Του και ρέει απ’ αυτήν αίμα και νερό. Τέλος, κατά την δύση του ηλίου, έρχεται ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν, και οι δύο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, κυλούν στο στόμιό του μεγάλο λίθο.
Από τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική διαταγή, τη νηστεία της Παρασκευής.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ:  Ἀναβάσεις

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Η μποέμικη «κόντρα» του δεξιού με τον αριστερό ψάλτη στις εκκλησίες !!!

 Ηλ. Γιουρούκος και Αχ. Χαλκιαδάκης, δύο κορυφαίοι ιεροψάλτες της Αθήνας, μιλούν στην «Κ»

«Ενας τρόπος ζωής κάπως... μποέμικος. Μια ατίθαση μορφή, με την έννοια της ανησυχίας του καλλιτέχνη. Ο ψάλτης με το μουστακάκι, που είναι περιορισμένος στο αυστηρό πλαίσιο της εκκλησίας, δεν συνάδει με την πραγματική εικόνα του γνήσιου, παραδοσιακού εκπροσώπου της ψαλτικής τέχνης, η οποία παραπέμπει περισσότερο στους ρεμπέτες», μας αιφνιδιάζει ο κ. Αχιλλέας Χαλδαιάκης, αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντινής Μουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρωτοψάλτης.
Παρεξηγημένη, χωρίς αμφιβολία, η θέση του ψάλτη και για τον κ. Ηλία Γιουρούκο, επίσης πρωτοψάλτη, πρώην πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιεροψαλτών, καθηγητή Βυζαντινής Μουσικής, διευθυντή χορωδιών βυζαντινής και παραδοσιακής μουσικής: «Ενα “ψώνιο”, ένας θρησκόληπτος. Ετσι τον έχουν διακωμωδήσει οι ελληνικές ταινίες. Αν και υπάρχουν φυσικά τέτοιες περιπτώσεις, σήμερα είναι νέα παιδιά, μορφωμένα».
Την «ταυτότητα» του ψάλτη σκιαγραφούν οι δύο κορυφαίοι ιεροψάλτες, οι οποίοι βρέθηκαν στην εκκλησία από μικρά παιδιά, ως παπαδάκια αρχικά –στο Δερβένι Κορινθίας ο κ. Γιουρούκος, στην Αίγινα ο κ. Χαλδαιάκης. Η μετάβαση στο ψαλτήρι ήταν θέμα χρόνου, καθώς αμφότεροι «παρασύρθηκαν» από το μεγαλείο της βυζαντινής μουσικής, την οποία επέλεξαν να υπηρετούν. «Αξίζει να σημειωθεί», διευκρινίζει ο κ. Γιουρούκος, «πως η βυζαντινή μουσική, απότοκος της αρχαίας ελληνικής, είναι κατεξοχήν μουσική του λόγου, ο οποίος στην ορθόδοξη λατρεία κατέχει την πρώτη θέση. Φορέας αυτής της βυζαντινής μουσικής, ο ψάλτης. Αυτός θα γίνει το “όχημα” που θα επικουρήσει την ανύψωση του ανθρώπου από τη γη στον ουρανό».
«Κορύφωση της βυζαντινής μουσικής, η υμνολογία της Μ. Εβδομάδας», συνεχίζει ο ίδιος. «Πώς να μη δακρύσεις με το “σήμερον κρεμάται επί ξύλου...”; Ψέλνοντας, μπορείς να φτάσεις στη μεταρσίωση».
Κι αν ο καλλίφωνος ψάλτης είναι πόλος έλξης ή, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο μακαριστός μητροπολίτης Φλωρίνης, Καντιώτης, «ο κράχτης που φέρνει τον κόσμο στην εκκλησία», ρωτάμε αν ισχύει και το αντίθετο. «Φυσικά», παραδέχεται ο κ. Γιουρούκος, «υπάρχουν ψάλτες κακόφωνοι ή άμουσοι, που διώχνουν τον κόσμο».
Εσείς πώς εισπράττετε την αποδοχή του κόσμου; η αναπόφευκτη απορία. «Την ώρα της λειτουργίας, επικρατεί συνήθως ένα ανεπαίσθητο βουητό. Η απόλυτη ησυχία είναι το “σιωπηρό χειροκρότημα”. Ή στο τέλος, ακούω: “Να ζήσετε, κύριε! Σήμερα μας ανεβάσατε!”».
Δεν είναι όμως μόνο η αλληλεπίδραση του ιεροψάλτη με τον κόσμο. Η σχέση με τον έτερο ψάλτη από μόνη της αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο.
Στα μυστικά του περίφημου διδύμου αριστερού - δεξιού ψάλτη μάς μυεί ο κ. Χαλδαιάκης: «Οι δύο ψάλτες στέκονται απέναντι – γεγονός που παραπέμπει σε διαμάχη. Αυτή η τοποθέτηση μοιάζει με ένα μουσικό “πινγκ πονγκ” – είναι η λεγόμενη “αντιφωνία”, δηλαδή στην τελευταία νότα του ενός, ξεκινάει ο άλλος, και ούτω καθ’ εξής. Στην προσωπική αυτή σχέση, συχνά υπάρχουν και έριδες, με αποτέλεσμα αυτή η έχθρα να διοχετεύεται στην ερμηνεία, και ο δεξιός, ο οποίος έχει το προβάδισμα, να φέρνει τον αριστερό σε δύσκολη θέση. Οπως προκύπτει, η ψαλτική τέχνη δεν είναι κάτι αποστειρωμένο, ούτε οι ψάλτες μια μυθοποιημένη ελίτ – είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται».
Ο καθαρός ήχος
Για το προσωπικό στοίχημα του κάθε ψάλτη ο κ. Χαλδαιάκης λέει: «Η αναζήτηση του ιδανικού ήχου, του καθαρού ήχου, όπως λέει η εκκλησία, του απαλλαγμένου δηλαδή από κάθε πρόσμειξη, αποτελεί τον διά βίου αγώνα του υποψιασμένου ψάλτη. Άλλωστε, με αυτούς τους πειραματισμούς εξελίχθηκε η βυζαντινή μουσική. Ο ιεροψάλτης καλείται να φιλτράρει μέσα από το προσωπικό του ύφος τα όσα έχει εισπράξει από τον δάσκαλό του και στη συνέχεια να παρασύρει το εκκλησίασμα σε μια απολαυστική για όλους συμμετοχικότητα – ένα ακόμη χαρακτηριστικό της βυζαντινής μουσικής».
Ποιος είναι τελικά ο «αληθινός» ψάλτης; Εκμεταλλευόμενος την περίοπτη θέση του, θα ήταν εύκολο να υποκύψει στον πειρασμό μιας καλλιτεχνικής επιδειξιομανίας. Η αληθινή αξία του, ωστόσο, κρύβεται αλλού, όπως επισημαίνει ο καθηγητής: «Ο καλός ψάλτης, ως καλλιτέχνης, αναδεικνύεται από τον κόσμο. Είναι εκείνος που του εμπιστεύεται η σύναξη τη χαρά, τη λύπη, την ικεσία, τη δοξολογία. Ο,τι σπουδές κι αν έχεις πίσω σου, οφείλεις να “κουρδιστείς” με τους πιστούς. Τη Μ. Εβδομάδα, που το εκκλησίασμα θα ψάλλει το “Τη Υπερμάχω”, ο άξιος ψάλτης θα το παροτρύνει να συνεχίσει. Οπως όταν ο λαϊκός τραγουδιστής, που έχει κάνει δύο σουξέ, γυρνάει το μικρόφωνο στον κόσμο και λέει “δικό σας”».

Της Βασιλικής Χρυσοστομίδου

Το άρθρο είναι από: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Τα 7 λάθη που κάνουμε με τα σκυλιά και μάς γυρίζουν μπούμερανγκ.

Αρκετοί ιδιοκτήτες ζώων περιμένουν από τα ζώα να καταλάβουν, χωρίς να τους έχουν αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο και τρόπο για την εκπαίδευσή τους. Αν πεις σε ένα τέτοιο άνθρωπο πώς κάποιος μιλάει στο σκύλο του, θα γελάσουν. Αυτοί όμως του δίνουν εντολές που δεν έχει ξανακούσει και περιμένουν ανταπόκριση. 
 
Αυτή είναι χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπινου εγωισμού και παραλογισμού, καθώς τα ζώα δεν έχουν τη φυσική νοημοσύνη και γλώσσα να καταλάβουν τον άνθρωπο με αυτή τη διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι το κατοικίδιο θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να λάβει την απαραίτητη εκπαίδευση, ώστε να είναι άνθρωποι και ζώα ευτυχισμένοι. Επιπλέον, τα λάθη των ανθρώπων στα ζώα, γυρνούν τις περισσότερες φορές «μπούμερανγκ».

 
Ορια και κανόνες
Ένας σκύλος που δεν έχει εκπαιδευτεί αρκετά και το αφεντικό του δεν του έχει θέσει τα σωστά όρια, μπορεί να γίνει επικίνδυνος εκεί που δεν το περιμένεις. Το πιο σύνηθες είναι τα σκυλιά στη βόλτα να τραβούν τόσο δυνατά το αφεντικό τους, που το ρίχνουν κάτω. Στις ΗΠΑ, όπου υπάρχουν στατιστικά, περίπου 90.000 σοβαροί τραυματισμοί το χρόνο προέρχονται από σκύλο που έχει πετάξει κάτω το αφεντικό του. Επίσης, μπορεί να προκαλέσει εξάρθρωση, χρόνιο πρόβλημα στη μέση κ.ά. Το ίδιο επικίνδυνη είναι η κατάσταση και για τον ίδιο τον σκύλο, καθώς μπορεί να ξεφύγει από το αφεντικό του και να πάθει ατύχημα.

 
Τακτική χρήση υγρού για τα παράσιτα
Στην Αθήνα οι ψύλλοι και τα τσιμπούρια βρίσκονται σε ιδιαίτερη έξαρση. Κι αυτό διότι αρκετοί ιδιοκτήτες δεν φροντίζουν να είναι τακτικοί με την αμπούλα που πρέπει να μπαίνει κάθε μήνα στην πλάτη του σκύλου, αλλά και του ειδικό λουράκι που πρέπει να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Τι μπορεί να πάθει; Εκτός από τη φαγούρα, που όλοι γνωρίζουμε πόσο ενοχλητική είναι, τα τσιμπούρια προκαλούν νόσο του Λάιμ (βορρελίωση), την οποία και μεταδίδουν στον άνθρωπο. Η παρουσίαση της νόσου ποικίλει και μπορεί να περιλαμβάνει συμπτώματα γρίπης στα αρχικά στάδια και έπειτα εκδηλώνεται με μυοσκελετικά, αρθριτικά, νευρολογικά, ψυχιατρικά και καρδιολογικά συμπτώματα.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η νόσος θεραπεύεται με αντιβιοτικά, ειδικά εάν η θεραπεία ξεκινήσει στα αρχικά στάδια της ασθένειας. Καθυστερημένη θεραπεία συχνά οδηγεί σε «προχωρημένη» βορρελίωση η οποία είναι δύσκολο να θεραπευτεί. Επιπλέον, από ψύλλους στον σκύλο μπορεί ο άνθρωπος να κολλήσει βουβωνική πανώλη, δηλαδή πανούκλα. Γι΄ αυτό καλό θα είναι να κάνετε οικονομία από αλλού, κι όχι από την πρόληψη του σκύλου.

 
Ευνουχισμός και στείρωση
Εαν και ούτε εγώ το έχω κάνει στον Πλούτο (ούτε και θα το κάνω), οι κτηνίατροι υποστηρίζουν πώς ο ευνουχισμός ή στείρωση όπως το αποκαλούν, των κατοικίδιων είναι ό,τι καλύτερο για την υγεία τους, εφόσον έχει αποφασιστεί ότι δεν θα αναπαραχθούν. Όπως έχει φανεί από επιστημονικές έρευνες ο ευνουχισμός μειώνει τον κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του μαστού στα θηλυκά και καρκίνου των όρχεων στα αρσενικά, τα οποία επιπλέον γίνονται λιγότερο επιθετικά και διεκδικητικά για την περιοχή τους. Άρα, λιγότερες μάχες, περισσότερη ηρεμία.

 
Ασκηση και ηρεμία
Ακριβώς όπως οι άνθρωποι, έτσι και τα ζώα χρειάζονται τη γυμναστική τους. Σκυλιά που βγαίνουν βόλτα για λιγότερα από 40 λεπτά την ημέρα σε γρήγορο ρυθμό, έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν νόσους του αναπνευστικού και των αρθρώσεων. Επιπλέον, θα είναι πιο ήρεμα μέσα στο σπίτι και δεν θα αντιδρούν γαβγίζοντας και τρώγοντας έπιπλα, τοίχους και ό,τι άλλο βρουν μπροστά τους.

 
Η γλώσσα του σώματος
Όλοι γνωρίζουν ότι το κούνημα της ουράς είναι ένα χαρμόσυνο μήνυμα. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να ισχύει για τους ιδιοκτήτες των σκύλων. Θα πρέπει να γνωρίζουν καλύτερα τη γλώσσα του σώματος των σκύλων. Όταν λοιπόν το σκυλί θέλει να απειλήσει κάποιον, σηκώνει την ουρά του ψηλά και κουνάει δυνατά μόνο το πάνω μέρος, σαν κροταλίας. Αυτό σημαίνει ότι είναι έτοιμος να επιτεθεί και όχι να παίξει μαζί σου ή με τον σκύλο που συναντά στο δρόμο. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τη γλώσσα του σώματος του σκύλου, διότι μπορούμε να αποφύγουμε πολλά δυσάρεστα.

 
Θέλουν τον χρόνο τους
Όπως τα παιδιά, έτσι και τα κατοικίδια, χρειάζονται αρκετή προσοχή και χρόνο από το αφεντικό τους. Μάλιστα, επειδή τα κατοικία «μένουν για πάντα παιδιά», θα πρέπει για περίπου 18 χρόνια να τους παρέχετε καθημερινά ιδιαίτερη προσοχή. Διαφορετικά; Θα μασήσει καναπέδες, καρέκλες και ό,τι βρει μπροστά του. Έτσι, αντιδρά στα περισσότερα που τον ανησυχούν. Τι να κάνετε; Κρύψτε του λιχουδιές σε διάφορα σημεία του σπιτιού, δώστε του παιχνίδια και ερεθίστε του τη φαντασία ώστε να μάθει να παίζει και μόνος του.

 
Όχι μόνο στο σπίτι για πολλές ώρες
Οταν το σκυλί μένει στο σπίτι μόνο του για περισσότερες από 10 ώρες, δεν το αντέχει. Βιώνει συνεχώς το αίσθημα από το άγχος του αποχωρισμού (έτσι το αισθάνεται) και εκδηλώνει καταστροφικές συμπεριφορές (σκάβει, γαβγίζει, ουρλιάζει, τα κλασικά δηλαδή). Τα σκυλιά που έχουν δειλό χαρακτήρα, αρκετές φορές εκδηλώνουν κατάθλιψη. Και ένας «σύντροφος» με κατάθλιψη και αντιδραστικό χαρακτήρα, δεν είναι καλός για την ψυχική υγεία του ανθρώπου.


Γιάννης Δεβετζόγλου  

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ: ΤΑ ΝΕΑ.gr